Δέσποινα Βανδή: «Θέατρο ήθελα να κάνω χρόνια, αλλά δεν με έπαιρναν»

Για την αδυναμία που έχει στο θέατρο,αλλα και το παράπονο της,μίλησε στο GALA η Δέσποινα Βανδή

Σου λείπουν οι παλιές εποχές; Εκείνες της αφθονίας...

Μου λείπουν οι μεγάλες παραγωγές που έκανα τότε. Δεν ξέρω αν τώρα θα μπορούσα να αντέξω τους ρυθμούς που δουλεύαμε, έξι ημέρες τη βδομάδα...

Θυμάμαι όλη την Αθήνα να περιμένει τι θα παρουσιάσει η Δέσποινα κάθε σεζόν, τι σκηνικά θα έχει, τι έναρξη θα κάνει. Πάντα έκανες τα πιο εντυπωσιακά σόου. Και τα πιο θεατρικά.

Εσύ θυμάσαι ότι θέατρο ήθελα να κάνω χρόνια, αλλά δεν με έπαιρναν. Ήταν ένας πόθος μου κι εσύ το γνωρίζεις καλά, δεν είχα καμία πρόταση. Και πάντα στο «Κεχ» μετέφερα στοιχεία από μιούζικαλ. Δεν θυμάσαι στο «Υποφέρω» που πέταξα; Το είχα δει στις «Μάγισσες του Ιστγουικ» στο Λονδίνο και ήθελα να το κάνω. Το είχα βρει μαγικό. Τότε δεν συνηθιζόταν να βλέπεις μεγάλα και ακραία θεάματα.

Μια και ανέφερες ότι δεν σε ήθελαν για μιούζικαλ, την απόρριψη πώς την εισπράττεις;

Είναι μέσα στο παιχνίδι της ζωής. Σε όλους μας συμβαίνει. Αρκεί να μην κάθεσαι πάνω της. Είτε πρόκειται για δουλειά, είτε για σχέση.

Τελικά έκανες θέατρο.

Ήρθε, ευτυχώς, το θέατρο με το «Μamma Μία!» και το «Δικό μας Σινεμά». Όπως έκανα και τηλεόραση, την οποία φοβόμουν πάρα πολύ, αλλά συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα που με φοβίζουν μάλλον κάτι σημαίνουν για μένα τελικά. Είναι σαν συναγερμός. Ο φόβος καλό είναι να υπάρχει. Από την άλλη, όταν τον αντιμετωπίζεις, μόνο σε καλό μπορεί να σου βγει. Απελευθερώνεσαι.

Οι ψυχολόγοι λένε ότι το να φοβάσαι δείχνει και σεμνότητα.

Ίσως, εγώ χαίρομαι τους ανθρώπους που κάνουν διάφορα πράγματα χωρίς φόβο. Από την άλλη, μεγαλώνοντας έμαθα πως είναι ωραίο να ξεφεύγεις από πράγματα που σου είναι οικεία. Είχα διαβάσει κάπου ότι είμαστε «δεσμώτες του οικείου», κι αυτό είναι μια πολύ μεγάλη αλήθεια. Και η αποτυχία κάτι θα σου μάθει. Χωρίς να σε σταματάει όμως.

Αυτό είναι και η ζωή. Η αλλαγή.

Ακριβώς. Δηλαδή εγώ έφυγα από την πόλη μου, έκανα καριέρα, δύο παιδιά και τι σημαίνει αυτό; Ότι τελείωσα; Ποτέ δεν τελειώνει ο άνθρωπος. Κατά τον Αριστοτέλη, τα ωραιότερα χρόνια του ανθρώπου ξεκινάνε μετά τα 50, διότι τότε έχει διαγράψει έναν ωραιότατο κύκλο, έχει καλύψει όλα τα θέλω και τα πρέπει του, χωρίς να γνωρίζει επί της ουσίας ποια είναι τα δικά του και ποια των άλλων, δηλαδή των γονιών του, του περίγυρου του. Έχοντας εξοφλήσει όλους τους λογαριασμούς και τις κοινωνικές επιταγές βρίσκεται στην πιο σωστή δεκαετία να αφουγκραστεί την προσωπική του αλήθεια, σύμφωνα με το GALA.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια