«Κοιτάζω στον καθρέφτη και είμαι μια άλλη. Δεν είμαι αυτή που ήμουν παιδί, αργότερα έφηβη, φοιτήτρια και μετά εργαζόμενη. Αλλοτριώθηκα. Σηκώνομαι κάθε πρωί και καθώς κοιτιέμαι βλέπω στο βλέμμα μου τα μάτια εκείνης. Δεν είναι τα δικά μου. Αυτά
τα μάτια κάπου τα ξέρω. Τα χω συναντήσει πολλές φορές. Έχουν μια
υπέρμετρη φιλοδοξία, λάμπουν με φθόνο, αγαπούν την πάρτη τους,
αδιαφορούν για το συνάδελφο και κατά βάθος είναι πληγωμένα. Δεν είναι το
είδωλό μου. Είναι το είδωλο εκείνης, αλλά κι εκείνης που λυπάμαι, που
αποφεύγω να την κοιτάξω όταν την συναντώ στο διάδρομο, στο γραφείο. Δεν
είναι ευδιάκριτη η παρουσία της. Στο είδωλο αντικατοπτρίζονται δύο.
Διπλά βλέμματα, διπλοί θυμοί και στη μέση εγώ. Το τρίτο μάτι του
πορτραίτου που αντανακλάται στον καθρέφτη. Ο ίδιος πίνακας. Ίσως και να
μπορώ να τον ζωγραφίσω. Φοβάμαι… Δεν θέλω να τον ξαναδώ. Αν τη ζωγραφίσω
θα είναι σα να τη φορτώθηκα για πάντα. Σα να φορτώθηκα στη ζωή μου,
μαζί με μένα και αυτές τις δύο.Μήπως συνέβη; Ναι. Για ένα μεγάλο διάστημα ήμασταν τρείς και προχωρούσαμε παρέα. Το
είδα, το ήξερα, το φοβόμουν, το αποδέχτηκα και στο τέλος γίναμε
αχώριστες. Εκείνη κι εκείνη εργάζονται στην τηλεόραση. Εκείνη κι Εκείνη είναι δύο διαφορετικές γυναίκες σε διαφορετικά πόστα. Εκείνη είναι είδωλο, στα μάτια πολλών. Εκείνη κι εκείνη είναι γυναίκες καριέρας. Έχουν και στέμμα. Το φόρεσαν μόνες τους.
Και ξαφνικά…
εκείνο το ανοιξιάτικο όνειρο. Παραμονή των γενεθλίων μου. Έμπαινα στα σαράντα. Για πρώτη φορά ήθελα να τα ξεχάσω.
Μπήκα σε ένα μαγαζί γεμάτο αντίκες και ήθελα πολύ να αγοράσω ένα μικρό, πολύ μικρό πιανάκι, που ήταν στην άκρη και περίμενε τον αγοραστή του. Πάντα μου τραβούσαν την προσοχή αυτά τα μαγαζιά, από τότε που οι τουρίστες ερχόντουσαν στην Ελλάδα και αγόραζαν τις δικές μας αναμνήσεις από τα παλαιοπωλεία. Πανέξυπνοι έμποροι, επισκέπτονταν γιαγιάδες και με αντάλλαγμα μια σύγχρονη συσκευή έπαιρναν πέντε παλαιότερες. Αντάλλασσαν τα πάντα. Θησαύριζαν. Έφτασα να το πληρώσω και να το κάνω δικό μου, ολόδικό μου, αλλά πριν προλάβω να το εξοφλήσω είδα εκείνη… και μετά εκείνη να με κοιτάζουν υποτιμητικά, να κάθονται δίπλα στο ταμείο. Τις είδα και τις δύο. Έφυγα τρέχοντας χωρίς να το αγοράσω.
Στην πόρτα με περίμενε ο Αντώνης, ο σύζυγος. Δεν κατάλαβε τι συνέβη. Ήταν σίγουρος πώς εκείνο το πιάνο το πλήρωσα.
Χωρίς να το καταλάβω, γεμάτη φόβο και αμέτρητες ενοχές, έφτασα στο σπίτι της αγαπημένης μου παρουσιάστριας. ‘Ήταν πάντα ανοιχτό για μένα. Με αγαπούσε. Η ζωή της ήταν πολύ διαφορετική από εκείνης κι εκείνης. Ξαφνικά κατάλαβα κάτι που δεν είχα νιώσει άλλη φορά στο σπίτι της. Απέραντη μοναξιά, ρουτίνα. Διάχυτη σιωπή παντού. Ίσως και να ήταν διαφορετικά τις άλλες φορές. Ίσως και η ζωή της να άλλαξε το τελευταίο διάστημα. Να έπαψε να συμβιβάζεται.
Έφυγα τρέχοντας, από το σπίτι της. Απροειδοποίητα. Δεν πρόλαβε να μας σερβίρει τον καφέ που έψηνε, μέσα στην άγρια νύχτα.
Ξωπίσω μου και ο Αντώνης.
‘’Δώσε μου το πιάνο να το αγγίξω’’, μου φώναξε.
‘’Δεν το αγόρασα’’ του είπα κι ένιωσα την περιφρόνησή του.
Και πάλι ο ίδιος καθρέφτης, τα ίδια είδωλα. Δεν μπορούσα να τους ξεφύγω.
Ξύπνησα μούσκεμα. Ο ιδρώτας είχε κυριεύσει το κορμί μου. Ο φόβος έγινε νερό, έγινε πηγή και εξουσίαζε κάθε κομμάτι του σώματος μου.
Μια εβδομάδα μετά καθόμουν δίπλα στη Χριστίνα, την ψυχολόγο. Της περιέγραψα το όνειρο, με τόση ζωντάνια που ήταν σα να το ονειρευτήκαμε παρέα. Τέτοια ένταση είχα ακόμη. Ήξερα ότι τα όνειρα μου πάντα συνωμοτούν για μένα. Δεν άντεχα να βλέπω κατάματα την αλήθεια. Κι εκείνος ο καθρέφτης; Ποιος ο ρόλος του πιάνου; Τι ζητούσε από μένα, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα; Γιατί έφυγα σαν κυνηγημένη και… από το σπίτι της αγαπημένης μου παρουσιάστριας μέσα στη νύχτα;
Κλείσαμε δέκα συνεδρίες.
Της έδωσα το χέρι και της υποσχέθηκα,πώς όσο κοντά στην αλήθεια και να βρεθώ αυτή τη φορά, δεν θα φύγω.
Θα πιώ το νερό από την πηγή, ακόμη κι αν έχει φαρμάκι. Δεν της είχα μιλήσει για εκείνη κι εκείνη, ούτε για το δικό μου τρίτο μάτι.
Της είπα κατευθείαν το δικό μου θέλω. Ήθελα να κάνω παιδί.
Εκείνη κι εκείνη δεν είχαν παιδί. Είχαν μόνο καριέρα στην τηλεόραση. Ότι νόμιζα πως είχα κι εγώ. Είχα ταυτιστεί απόλυτα με το είδωλο, Εκείνης κι Εκείνης. (Γράφει η Ζ. Κουτσελίνη. Διαβάστε τη συνέχεια στο entertv )
Και ξαφνικά…
εκείνο το ανοιξιάτικο όνειρο. Παραμονή των γενεθλίων μου. Έμπαινα στα σαράντα. Για πρώτη φορά ήθελα να τα ξεχάσω.
Μπήκα σε ένα μαγαζί γεμάτο αντίκες και ήθελα πολύ να αγοράσω ένα μικρό, πολύ μικρό πιανάκι, που ήταν στην άκρη και περίμενε τον αγοραστή του. Πάντα μου τραβούσαν την προσοχή αυτά τα μαγαζιά, από τότε που οι τουρίστες ερχόντουσαν στην Ελλάδα και αγόραζαν τις δικές μας αναμνήσεις από τα παλαιοπωλεία. Πανέξυπνοι έμποροι, επισκέπτονταν γιαγιάδες και με αντάλλαγμα μια σύγχρονη συσκευή έπαιρναν πέντε παλαιότερες. Αντάλλασσαν τα πάντα. Θησαύριζαν. Έφτασα να το πληρώσω και να το κάνω δικό μου, ολόδικό μου, αλλά πριν προλάβω να το εξοφλήσω είδα εκείνη… και μετά εκείνη να με κοιτάζουν υποτιμητικά, να κάθονται δίπλα στο ταμείο. Τις είδα και τις δύο. Έφυγα τρέχοντας χωρίς να το αγοράσω.
Στην πόρτα με περίμενε ο Αντώνης, ο σύζυγος. Δεν κατάλαβε τι συνέβη. Ήταν σίγουρος πώς εκείνο το πιάνο το πλήρωσα.
Χωρίς να το καταλάβω, γεμάτη φόβο και αμέτρητες ενοχές, έφτασα στο σπίτι της αγαπημένης μου παρουσιάστριας. ‘Ήταν πάντα ανοιχτό για μένα. Με αγαπούσε. Η ζωή της ήταν πολύ διαφορετική από εκείνης κι εκείνης. Ξαφνικά κατάλαβα κάτι που δεν είχα νιώσει άλλη φορά στο σπίτι της. Απέραντη μοναξιά, ρουτίνα. Διάχυτη σιωπή παντού. Ίσως και να ήταν διαφορετικά τις άλλες φορές. Ίσως και η ζωή της να άλλαξε το τελευταίο διάστημα. Να έπαψε να συμβιβάζεται.
Έφυγα τρέχοντας, από το σπίτι της. Απροειδοποίητα. Δεν πρόλαβε να μας σερβίρει τον καφέ που έψηνε, μέσα στην άγρια νύχτα.
Ξωπίσω μου και ο Αντώνης.
‘’Δώσε μου το πιάνο να το αγγίξω’’, μου φώναξε.
‘’Δεν το αγόρασα’’ του είπα κι ένιωσα την περιφρόνησή του.
Και πάλι ο ίδιος καθρέφτης, τα ίδια είδωλα. Δεν μπορούσα να τους ξεφύγω.
Ξύπνησα μούσκεμα. Ο ιδρώτας είχε κυριεύσει το κορμί μου. Ο φόβος έγινε νερό, έγινε πηγή και εξουσίαζε κάθε κομμάτι του σώματος μου.
Μια εβδομάδα μετά καθόμουν δίπλα στη Χριστίνα, την ψυχολόγο. Της περιέγραψα το όνειρο, με τόση ζωντάνια που ήταν σα να το ονειρευτήκαμε παρέα. Τέτοια ένταση είχα ακόμη. Ήξερα ότι τα όνειρα μου πάντα συνωμοτούν για μένα. Δεν άντεχα να βλέπω κατάματα την αλήθεια. Κι εκείνος ο καθρέφτης; Ποιος ο ρόλος του πιάνου; Τι ζητούσε από μένα, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα; Γιατί έφυγα σαν κυνηγημένη και… από το σπίτι της αγαπημένης μου παρουσιάστριας μέσα στη νύχτα;
Κλείσαμε δέκα συνεδρίες.
Της έδωσα το χέρι και της υποσχέθηκα,πώς όσο κοντά στην αλήθεια και να βρεθώ αυτή τη φορά, δεν θα φύγω.
Θα πιώ το νερό από την πηγή, ακόμη κι αν έχει φαρμάκι. Δεν της είχα μιλήσει για εκείνη κι εκείνη, ούτε για το δικό μου τρίτο μάτι.
Της είπα κατευθείαν το δικό μου θέλω. Ήθελα να κάνω παιδί.
Εκείνη κι εκείνη δεν είχαν παιδί. Είχαν μόνο καριέρα στην τηλεόραση. Ότι νόμιζα πως είχα κι εγώ. Είχα ταυτιστεί απόλυτα με το είδωλο, Εκείνης κι Εκείνης. (Γράφει η Ζ. Κουτσελίνη. Διαβάστε τη συνέχεια στο entertv )

0 Σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ!
Σχόλια άσχετα με το θέμα,υβριστικά προσβλητικά ή κεφαλαία ,θα διαγράφονται χωρίς καμία εξήγηση.
Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το SITE TVNEA.COM.
Από την στιγμή που ο χρήστης γράφει σχόλιο αποδέχεται τους παρακάτω όρους του Tvnea.com .
Οροι χρήσης Tvnea.com (κάνε κλικ εδώ).
Τα σχόλια δικά σας
Υποβολή Παραπόνων στο email:tvnea@hotmail.com