Ticker

10/recent/ticker-posts

Η κρίση στη Λογοτεχνία και μία συνέντευξη του Κώστα Ταχτσή!

Με αφορμή την θεατρική εκδοχή του έργου του Ταχτσή «ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» θα ήταν, ίσως, επίκαιρο να θυμηθούμε μια συνέντευξη που είχε δώσει ο συγγραφέας γύρω στα 1977. Συνέντευξη που σήμερα (μέσα στο βαθύ έρεβος της γενικότερης πνευματικής κρίσης) που περνάει το ελληνικό βιβλίο φαίνεται προφητική.

Μιλώντας για το ελληνικό μυθιστόρημα που εκείνη την εποχή το χαρακτήριζε «τζούφιο» (… που να έβλεπε, κιόλας, την σημερινή παραγωγή …) σημείωνε επιγραμματικά:

«… Το γιατί είναι «τζούφιο» έχει την αιτία του: «Πάρε για παράδειγμα τον «Σκελετόβραχο» της Εύας Βλάμη» έλεγε «το ίδιο και ο «Πέτρο Κάζας» του Κόντογλου. Ξέρουμε καλά ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ελληνικό μυθιστόρημα, όπως μιλάμε για γαλλικό, εγγλέζικο, ρώσικο ή αμερικάνικο. Όταν π.χ. στην Γαλλία έγραφε ο Σταντάλ, εδώ σε μας ο Ξένος έγραφε τον «Διάβολο εν Τουρκία» κι ο Τζιτζιπιός την «Ορφανή της Χίου». Μόνο μετά το 1987 όταν έχουν κιόλας γραφτεί τα μεγάλα αριστουργήματα του είδους στις αναπτυγμένες χώρες, αρχίζει κάτι να σαλεύει και στην μικρή, υπανάπτυκτη
 Ελλάδα – «Πάπισσα Ιωάννα», «Θάνος Βλένας», «Λουκής Λάρας», λίγος Βιζυηνός, ο πρώτος Παπαδιαμάντης – αλλά είναι πια αργά, και με τον καιρό το χάσμα μονιμοποιείται, από το 22 μάλιστα μεγαλώνει.

Όταν ο Προυστ κι ο Τζόις, όταν πριν από αυτούς η Γκέρτρουντ Στάιν, έχουν τελειώσει σχεδόν το έργο τους, όταν συντελείται το μεγάλο σύγχρονο αισθητικό κίνημα, που άλλαξε ριζικά τη ζωή μας και τον τελευταίο μισό αιώνα, εδώ με το ζόρι μπαίνουμε στο αστικό μυθιστόρημα – ο Θεοτόκης, ο Ξενόπουλος, ο Βουτυράς – κι αυτό με συνεχείς παλινδρομήσεις στην ηθογραφία – Καρκαβίτσας, Μυριβήλης, που μετά το έξοχο αν και τσαπατσούλικο «Η ζωή εν τάφω», μοναδική ίσως περίπτωση ελληνικού πρωτοποριακού πολεμικού βιβλίου σε παγκόσμιο επίπεδο, ξαναγυρίζει κι αυτός με τον «Βασίλη Αρβανίτη» στην ηθογραφία. Ο Κοσμάς Πολίτης, ο Καραγάτσης, ο Θεοτοκάς πάνε να στεριώσουν ένα μυθιστόρημα βασταγμένο λίγο-πολύ στην ελληνική πραγματικότητα – α, ναι, κι η παραγνωρισμένη Λιλίκα Νάκου και ίσως κάνα δυο άλλα – αλλά το χάσμα που μας χωρίζει από την Δύση όλο και μεγαλώνει.

Δυο καλά και χορταστικά μυθιστορήματα – «Στου Χατζηφράγκου» του Πολίτη και η «Τριλογία του Τσίρκα» - που θα έπρεπε να έχουν γραφτεί στον μεσοπόλεμο έρχονται να γεμίσουν ένα κενό. Στο μεταξύ στην λογοτεχνία μας έχει εισβάλει ο πληθωρικός, ανεδαφικός Καζαντζάκης, που αποπροσανατολίζει ακόμα περισσότερο την πεζογραφία μας – γλωσσικά, ιδεολογικά κλπ. Ειδική περίπτωση ο Πεντζίκης, μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου κινήματος, για να καταλήξει στην «Κυρία Έρση» - πολύ ιδιότυπη περίπτωση, άξια μελέτης…». Εδώ σταματάει για να συμπληρώσει: «Στην ερώτησή σας για το αν μπορεί να μεταφερθεί το αρχαίο δράμα σύγχρονα στη σκηνή θα απαντήσω πως ναι, αναμφισβήτητα. Γιατί, άλλωστε, τι είναι τα αρχαία κείμενα, Ευαγγέλια – που ξεσηκώνονται πια κάθε φορά οι τα φαιά φορούντες σαν παπάδες. Αυτή τη φορά συγχύστηκαν γιατί με την «Λυσιστράτη» και τους «Βατράχους» άρχισε να καταλαβαίνει στην σύγχρονη, την δική του γλώσσα, τον λόγο των αρχαίων κειμένων, που ως τώρα άρπαζε δω και κει σε μια γλώσσα είτε αντιποιητική είτε ψευδοποιητική, και πάντα συσκοτισμένη, κατά τα άλλα κάθε εποχή ερμηνεύει την παλιότερη τέχνη με τον δικό της τρόπο – έχεις την εντύπωση ότι βλέπουμε εμείς, κι ακόμα περισσότεροι οι τουρίστες τον Παρθενώνα με τα ίδια μάτια που τον έβλεπαν οι Αρχαίοι;

Αλλά αυτό τι σημαίνει, δηλαδή, ότι πρέπει να πάψουμε να τον βλέπουμε ή ότι πρέπει να τον βλέπουμε με υποδεκάμετρο και μοιρογνωμόνιο στο χέρι; Α, φιλόλογοι και φιλολογούντες έχουν κυριολεκτικά αρρωστήσει, θέλουν να με αποθαρρύνουν από το να συνεχίζω την μετάφραση, αλλά δεν θα το καταφέρουν, θα ξαναμεταφράσω κι Αριστοφάνη κι Ευριπίδη κι ό,τι άλλο μου παραγγείλουν, έτσι για να τους κάνω να σκάσουν!».

Παρά τις όποιες αντιρρήσεις για την, ίσως, εσκεμμένη παράλειψη ονομάτων σύγχρονων ομοτέχνων του (π.χ. δεν κάνει καμία αναφορά σε λογοτέχνες σαν τον Μπεράτη, τον Άρη Αλεξάνδρου, τον Σαχτούρη, τον Κουμανταρέα και κάμποσους άξιους άλλους) θα πρέπει κανείς να ομολογήσει πως ο Ταχτσής αναφέροντας την ανύπαρκτη ενδογένια του αμιγώς ελληνικού μυθιστορήματος διαβλέπει αυτό που ήδη έχει συντελεστεί στο μεγάλο παγκόσμιο αισθητικό κίνημα.

Μιλώντας, ωστόσο, για την σημερινή κατάσταση στην κρίση (που δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση αξιών) θα πρέπει να τονίσουμε την σκληρή πραγματικότητα του βιβλίου στην χώρα μας. Και βέβαια μια άλλη διάσταση της ολικής μας χρεωκοπίας βαθαίνει και στο χώρο του πνεύματος και των αξιών του νεοέλληνα. Γι’ αυτό η νεολαία μας απέχει από κάθε πνευματική ανέλιξη, ακολουθώντας με θρησκευτική ευλάβεια τις επιταγές των υπολογιστών, της μόδας, του όμοιου. Όλοι θέλουν να μοιάζουν στα ξενόφερτα, στα εφήμερα και εποχικά. Γι’ αυτό οι αγράμματοι εκστασιάζονται σε κουλτουριάρικα best, θεατρικά ή κινηματογραφικά έργα ή σε Μέγαρα, γιατί δεν τολμούν να διαφωνήσουν με κάτι που οι πλειοψηφίες, δια «στόματος» ΜΜΕ, αποφάσισαν.

Η λογοτεχνία ακολουθεί κι αυτή αναγκαστικά τις πλειοψηφίες της τρεχούσης πραγματικότητας. Κι οι πλειοψηφίες είναι in όταν μιμούνται τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής βιτρίνας, είναι in όταν παριστάνουν τους γιάπις, τους βρομόστομους, τους ξενύχτηδες – και ολίγον τους πατριώτες, όταν μια φορά στο τόσο θυμούνται τα όσα μας στοίχισε η αλόγιστη σπατάλη της ύλης κάποτε. Το κακό είναι ότι τα γούστα της πλειοψηφίας δεν διαμορφώνονται τελικά από την ίδια την πλειοψηφία, αλλά από τα μειοψηφικά κέντρα παμπόνηρων συμφερόντων που τα προωθούν παρουσιάζοντάς τα σαν πλειοψηφικό γούστο. Κι όποιος τολμήσει ας διαφωνήσει…

Παρ’ όλα αυτά (το χάος γύρω μας, δηλαδή, μια πλειάδα νέων πεζογράφων, που εμφανίστηκαν λίγο πριν ή λίγο μετά την μεταπολίτευση, εξακολουθούν να υπηρετούν ευδόκιμα την λογοτεχνία. Πρόχειρα αναφέρω: Ρέα Γαλανάκη, Μάρω Δούκα, Φίλιππος Δρακονταειδής, Ζηράνα Ζατέλη, Δημήτρης Νόλας, Κατερίνα Πλασσαρά, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Αντώνης Σουρούνης. Αλλά μιας που μπήκα στον πειρασμό αναφοράς ονομάτων, πως μπορώ να μη μνημονεύσω και μερικούς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, από τους οποίους οι νεότεροι παρέλαβαν την σκυτάλη, για παράδειγμα: Πέτρος Αμπατζόγλου, Βασίλης Βασιλικός, Ρένος Αποστολίδης, Σωτήρης Παταζής, Σπύρος Πλασκοβίτης, Καίη Τσιτσέλη και – Lust but not least – Δημήτρη Χαντζής, οι περισσότεροι πολύπλευροι στη γραφή. Ο κατάλογος μάκρυνε πολύ, μολονότι απέχει από το να είσαι εξαντλητικός. Τα ονόματα που παρέθεσα απλώς και μόνο είναι για να στηρίξω την άποψή μου πως η κρίση και η κρίση των αξιών του νεοέλληνα που απέχει (όπως προείπα) με θρησκευτική ευλάβεια από οτιδήποτε πνευματικό που θα ήταν δυνατόν να του δώσει λύτρωση από την σημερινή ελληνική κόλαση είναι μια αγωνιακή μονομερής αναζήτηση πνευματικών Ελλήνων στον πληθωρικό και ανεδαφικό (κάποτε) καταναλωτισμό μας. Η κρίση συμπαρέσυρε στο εφιαλτικό διάβα της όλη την γκάμα του σημερινού λογοτεχνικού (και μη) γίγνεσθαι: εκδοτικοί οίκοι κλείνουν, βιβλιοπωλεία, φορείς και σύλλογοι που προωθούσαν ό,τι πνευματικότερο έχει να επιδείξει αυτός ο τόπος.
Η στερνή μας λύτρωση που είναι ο πολιτισμός, η πηγή – δηλαδή – που ξεδιψούσαμε στερεύει.

Ας το σκεφτούμε όλοι μας.                 zougla.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια