Ο Γιώργος Καπουτζιδης μιλά για τα παιδικά χρόνια και την οικογενειά του...




Ο Γιώργος Καπουτζίδης γράφει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το πιο ωραίο, ευφυές, ποιοτικό χιούμορ στην Ελλάδα. Είναι ένας βαθιά και αληθινά ευγενής άνθρωπος – το επιβεβαίωσα από κοντά αλλά το αισθανόμουν από πριν. Διότι το χιούμορ μαρτυρά απροκάλυπτα το ποιος είσαι γιατί κινείται πάντα στο όριο της προσβολής. Ο Γιώργος ετοιμάζει για φέτος το πρώτο του θεατρικό έργο που ασφαλώς πραγματεύεται τις ανθρώπινες και ερωτικές σχέσεις. Η συνάντησή μας ήταν ένα ωραίο ταξίδι στη ζωή του. Μια ζωή που ζει με πολλά ταξίδια, πολλά μαθήματα και διακριτικότητα απέναντι σε όλους και σε όλα.

 – Θυμάσαι την παιδική σου ηλικία;

Ναι, βέβαια, πώς δεν θυμάμαι! Μεγάλωσα στις Σέρρες και ήμουν ένα ζωηρό παιδί. Δεν έκανα ζημιές, αλλά ήμουν υπερδραστήριος. Έφευγα από το σπίτι και έλειπα πολλές ώρες, όλο με ψάχνανε. Nα φανταστείς ότι δύο φορές, 6 ετών μόλις, είχα πάει στο διπλανό χωριό, με τα πόδια. Γινόταν ένα show αγωνιστικών αυτοκινήτων, κάπου ανάμεσα στην Ασπροβάλτα και τον Σταυρό Θεσσαλονίκης. Εγώ είχα τρέλα τότε με τ’ αυτοκίνητα! Όταν οι γονείς μου μου είπαν ότι δεν μπορούμε να πάμε, γιατί είχαν δουλειές, κι έτσι εγώ ξεκίνησα μόνος μου.

– Στο σπίτι υπήρχε κάποια καλλιτεχνική φλέβα;

Όχι, ο μπαμπάς μου ήταν ιδιωτικός υπάλληλος και η μαμά μου δασκάλα. Η αδελφή μου, όμως, ως μαθήτρια του Δημοτικού, ήταν πάρα πολύ καλή ηθοποιός, ήταν πάντα πρωταγωνίστρια στις σχολικές παραστάσεις. Μπορεί από εκεί να πήρα κάτι.

 «Είχα ωραία παιδική ηλικία. Αλλά όσο ανοιχτός ήμουν σαν παιδί στο Δημοτικό και δεν μαζευόμουν, τόσο πιο κλειστός άρχισα να γίνομαι στο Γυμνάσιο και κυρίως στο Λύκειο».

 – Από πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να σε ελκύει αυτός ο χώρος;

 Είχα παίξει σε μία παράσταση που την είχα γράψει και την είχα σκηνοθετήσει μόνος μου -στην ουσία ήταν ένα σκετσάκι μεγάλης διάρκειας- στην αποχαιρετιστήρια γιορτή της Γ’ Γυμνασίου. Ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ και είχα περάσει πολύ καλά. Γενικά μου άρεσαν όλα αυτά -να παρουσιάζω τη γιορτή του σχολείου, να λέμε ποιήματα, περίμενα τις εθνικές επετείους με ανυπομονησία. Δεν ντρεπόμουν καθόλου, σε αντίθεση με άλλα παιδιά που έτρεμαν να πουν το ποίημά τους.

 – Ανετος με όλα δηλαδή; Δεν σε ενοχλούσε κάτι;

 Ότι φορούσα γυαλιά – ήμουν ο πρώτος που έβαλα στην τάξη μου. Οτι δεν τα πήγαινα καλά στα αθλήματα. Δεν με άφηναν να παίξω μπάσκετ επειδή τότε ήμουν και πολύ κοντούλης. Τώρα όμως έχω ψηλώσει – να το γράψεις αυτό, γιατί όλοι νομίζουν ότι είμαι κοντός
 – με βλέπουν στον δρόμο και μου λένε «Α, στην τηλεόραση φαίνεστε πιο κοντός».
Είμαι 1,83! Οσο κακός όμως ήμουν στο ποδόσφαιρο, τόσο καλός ήμουν στο τρέξιμο ή στο άλμα, στον στίβο δηλαδή, που μου αρέσει ακόμη πολύ. Γενικά είχα ωραία παιδική ηλικία. Αλλά όσο ανοιχτός ήμουν σαν παιδί στο Δημοτικό και δεν μαζευόμουν, τόσο πιο κλειστός άρχισα να γίνομαι στο Γυμνάσιο και κυρίως στο Λύκειο. Όταν γύριζα σπίτι, απομονωνόμουν.

«Νιώθω ότι οι άνθρωποι που έχουν καλό χιούμορ – και θέλω να πιστεύω ότι εγώ έχω καλό χιούμορ-, έχουν μία εσωστρέφεια τις περισσότερες φορές».

 – Και από σπουδές;

 Πέρασα στο Πανεπιστήμιο όπου ένιωσα πιο ελεύθερος, γιατί θα έφευγα από την πόλη μου κι αυτό μού φαινόταν πολύ εντυπωσιακό – δεν με φόβιζε. Σπούδασα στη Νομική Θεσσαλονίκης λοιπόν και ήμουν καλός φοιτητής, αν και είχα κλίση στη Φιλοσοφική, γιατί μου άρεσε πολύ να μεταφράζω αρχαία κείμενα. Έγραφα και καλές εκθέσεις, χιουμοριστικές. Μάλιστα μια καθηγήτριά μου στο Γυμνάσιο προσπαθούσε να με πείσει να γράφω λίγο πιο σοβαρά παρότι μου ομολογούσε ότι γελούσε!

 «Η αδελφή μου, ως μαθήτρια του Δημοτικού, ήταν πάρα πολύ καλή ηθοποιός, ήταν πάντα πρωταγωνίστρια στις σχολικές παραστάσεις. Μπορεί από εκεί να πήρα κάτι»

. – Είχε κάποιος ιδιαίτερο χιούμορ στην οικογένειά σου;

Ο παππούς μου, o μπαμπάς μου της μαμάς μου, τον οποίο μάλιστα δεν τον γνώρισα ποτέ. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι επρόκειτο για επική μορφή στη Νιγρίτα Σερρών. Δεν υπάρχει άνθρωπος στην περιοχή που να μην τον ήξερε ή να μην είχε ακούσει γι’ αυτόν. Ήταν φοβερά αγαπητός – όταν πέθανε, είχε πάει στην κηδεία του όλη η πόλη.

 – Έχεις μία έντονη αντίθεση συστολής – εξωστρέφειας, που απ’ ό,τι μου λες, το είχες από μικρός.

Ναι, έτσι είναι, πάντα το είχα αυτό και πλέον το έχω αποδεχτεί.

 – Νομίζω ότι οι άνθρωποι με χιούμορ έχουν μέσα τους και μια στενάχωρη πλευρά, δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται προς τα έξω. Ισχύει αυτό για σένα;

Νιώθω ότι οι άνθρωποι που έχουν καλό χιούμορ – και θέλω να πιστεύω ότι εγώ έχω καλό χιούμορ-, έχουν μία εσωστρέφεια τις περισσότερες φορές. Δεν μιλάω με απόλυτους όρους αλλά νομίζω ότι γενικά συμβαίνει αυτό, γιατί πολλές φορές το χιούμορ είναι και ένα όπλο. Ένα όπλο το οποίο μπορεί να κάνει καλό, μπορεί να κάνει και κακό. Πρέπει να υπάρχει ένα φιλτράρισμα στο τι λέμε και στο τι χιούμορ κάνουμε. Όταν λοιπόν έχεις ένα φίλτρο μέσα σου και λες «θέλω να κάνω τον άλλο να περάσει καλά» αλλά «δεν θέλω να στενοχωρήσω, να προσβάλω, να μειώσω, να χλευάσω» έχεις και μία συστολή, μία υπερευαισθησία παράλληλα.

»Και εκεί ξεχωρίζω και τον άνθρωπο που έχει καλό χιούμορ, ή μάλλον τον άνθρωπο με το οποίο μπορώ να επικοινωνήσω. Όταν βλέπω ανθρώπους που έχουν «χιούμορ» και κάνουν πολλές πλάκες αλλά καταλαβαίνω ότι την ώρα που το κάνουν όλο αυτό δεν λογαριάζουν αν προσβάλλουν εκατό ανθρώπους για να κάνουν εκατό πενήντα να γελάσουν, αυτούς δεν μπορώ ούτε να τους εκτιμήσω, ούτε να τους συναναστραφώ, ούτε καν να κάτσω να τους δω. Δεν το καταλαβαίνουν αυτό όλοι οι άνθρωποι. Τους χειροκροτούν και περνούν καλά – αλλά και στο Κολοσσαίο κάποιοι στις κερκίδες ωραία περνούσαν.

«Εγκατέλειψα το Πανεπιστήμιο έξι μαθήματα πριν το τέλος. Κατάλαβα ότι δεν είναι αυτό το οποίο θέλω να κάνω».

Πηγή:Andro.gr


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια